προθυμία
ουσιαστικό1. Διάθεση να αναλάβει κάποιος δράση ή να ανταποκριθεί σε αίτημα ή πρόταση χωρίς δισταγμό, με έτοιμη και θετική στάση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έδειξε προθυμία να βοηθήσει τους συναδέλφους του.
- Η προθυμία των εθελοντών να συμμετέχουν στο έργο ήταν μεγάλη.
- Παρά την προθυμία τους, η έλλειψη πόρων εμπόδισε την πρόοδο.
- Ο διευθυντής ζήτησε από το προσωπικό να δηλώσει προθυμία για τις επιπλέον βάρδιες.
- Η προθυμία του μαθητή να μάθει φάνηκε από τις ερωτήσεις που έκανε.