προβλεπόμενος

επίθετο

1. Που έχει προβλεφθεί προηγουμένως ή έχει καθοριστεί από κανόνες, συμφωνίες ή πρότυπα ώστε να ισχύει ή να πραγματοποιηθεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες.

2. Που θεωρείται αναμενόμενο ή πιθανό να συμβεί βάσει εκτίμησης, πρόβλεψης ή σχεδιασμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η προβλεπόμενη ώρα άφιξης είναι στις 18:30.
  • Το προβλεπόμενο ποσό για την ανακαίνιση υπερβαίνει τον προϋπολογισμό.
  • Στο νόμο καθορίζεται η προβλεπόμενη ποινή για αυτήν την παράβαση.
  • Οι προβλεπόμενες εργασίες ολοκληρώθηκαν εντός δύο εβδομάδων.
  • Ο καιρός εξελίχθηκε όπως ήταν προβλεπόμενος, χωρίς έντονες βροχές.