πολυτέλεια
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα που χαρακτηρίζεται από άνεση, υψηλή ποιότητα, πλούτο και κομψότητα, συχνά με χρήση ακριβών υλικών, περίτεχνων λεπτομερειών και εξειδικευμένων υπηρεσιών.
Συνώνυμα
χλιδή άνεση αφθονία πλούτος ευμάρεια μεγαλοπρέπεια λαμπρότητα επιδείξη ευπορία περίσσεια περιττότητα υπερβολή σπατάλη αίγλη
Αντώνυμα
απλότητα λιτότητα φτώχεια πενία στέρηση φειδωλία ασκητικότητα αναγκαιότητα κακουχία οικονομία αφραγκία έλλειψη βιοπορισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η πολυτέλεια του ξενοδοχείου φάνηκε από τα μαρμάρινα δάπεδα και τα μεγάλα δωμάτια.
- Για πολλούς, ένα ταξίδι στο εξωτερικό είναι ακόμη πολυτέλεια.
- Δεν είναι πολυτέλεια, είναι αναγκαίο μέτρο για την υγεία.
- Έχει την πολυτέλεια να διαλέγει ανάμεσα σε πολλές προτάσεις εργασίας.
- Η πολυτέλεια στις λεπτομέρειες της ενδυμασίας φανέρωνε περίσσιο χρόνο και χρήμα.
- Στον κόσμο της μόδας, η πολυτέλεια συνδέεται με την ποιότητα και την αποκλειστικότητα.