πλαστός

επίθετο

1. Που έχει κατασκευαστεί ή παρουσιαστεί ως γνήσιο ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί απομίμηση ή παραποίηση, όπως για αντικείμενα, έγγραφα, χρήματα ή έργα τέχνης.

2. Που είναι επιτηδευμένο ή ψεύτικο στην έκφραση και στη συμπεριφορά, χωρίς ειλικρίνεια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Βρήκαν ένα πλαστό διαβατήριο στην τσάντα του.
  • Κατασκεύασαν πλαστά χαρτονομίσματα για τη δοκιμή του μηχανήματος.
  • Το πλαστό χαμόγελό της δεν έπεισε κανέναν.
  • Εξαπάτησαν τον πελάτη με πλαστή απόδειξη αγοράς.
  • Δόθηκε ρεπορτάζ για μια πλαστή είδηση στο διαδίκτυο.
  • Πωλείται πλαστός λίθος σε συλλέκτη, παρότι μοιάζει γνήσιος.