περιπλοκή
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα που χαρακτηρίζεται από πολλαπλά αλληλεπιδρώντα στοιχεία ή παράγοντες, τα οποία καθιστούν κάτι δύσκολο στην κατανόηση, στην ανάλυση ή στην εκτέλεση.
Συνώνυμα
επιπλοκή περιπλοκότητα πολυπλοκότητα δυσκολία πρόβλημα εμπλοκή μπέρδεμα πλοκή ζήτημα μπλέξιμο σύγχυση μπελάς κόμπος κουβάρι σύνθετο αναμπουμπούλα ταλαιπωρία περιπέτεια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά την επέμβαση προέκυψε μια σοβαρή περιπλοκή.
- Μια απρόβλεπτη περιπλοκή καθυστέρησε την παράδοση του έργου.
- Η περιπλοκή του στην υπόθεση αποδείχθηκε καθοριστική για την έρευνα.
- Η περιπλοκή του σεναρίου κράτησε το κοινό σε αγωνία μέχρι το τέλος.
- Η περιπλοκή της διαδικασίας απαιτεί εξειδικευμένο προσωπικό.