παρωδίζω

ρήμα

1. Αντιγράφω ή αναπαριστώ τα χαρακτηριστικά, τη φωνή, τις κινήσεις ή τα βασικά στοιχεία ενός προσώπου, έργου ή φαινομένου με υπερβολή και αλλοίωση, με σκοπό το χιουμοριστικό αποτέλεσμα ή την ανάδειξη αδυναμιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην παράσταση, παρωδίζω διάσημους τραγουδιστές μιμούμενος τις εκκεντρικότητές τους.
  • Όταν παρωδίζω πολιτικούς, προσπαθώ να αναδείξω τα αντιφατικά τους επιχειρήματα.
  • Μερικές φορές παρωδίζω τις καθημερινές συνήθειες για να δείξω πόσο παράλογες είναι.
  • Στο άρθρο του, παρωδίζω το είδος των ρεπορτάζ ως μέσο κριτικής.
  • Αν συνεχίσω να παρωδίζω το θέμα, υπάρχει κίνδυνος να απαξιωθεί η σοβαρή συζήτηση.