παρτενέρ
ουσιαστικό1. Πρόσωπο με το οποίο κάποιος συνδέεται προσωπικά ή ερωτικά, μοιράζεται κοινές ευθύνες και παρέχει αμοιβαία στήριξη στην καθημερινή ζωή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρτενέρ του τον στηρίζει σε κάθε απόφαση.
- Ο παρτενέρ μου στην επιχείρηση έχει εμπειρία στο μάρκετινγκ.
- Χρειάζομαι έναν παρτενέρ για τον διαγωνισμό χορού αυτό το Σάββατο.
- Ο παρτενέρ μου στο τένις άλλαξε χτύπημα στο δεύτερο σετ.
- Η παρτενέρ στην ομαδική εργασία ανέλαβε την παρουσίαση.