παρεμβολή
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα εισαγωγής ή επέμβασης ανάμεσα σε πρόσωπα, γεγονότα ή διαδικασίες με σκοπό να αλλάξει ή να επηρεάσει την πορεία ή το αποτέλεσμα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρεμβολή στο σήμα προκάλεσε θόρυβο στην εκπομπή.
- Η παρεμβολή των κυμάτων δημιούργησε φωτεινές και σκοτεινές ζώνες στην οθόνη.
- Έκανε μια σύντομη παρεμβολή στη συζήτηση για να διευκρινίσει το σημείο.
- Η παρεμβολή του ανεξάρτητου φορέα διασφάλισε τη διαφάνεια της διαδικασίας.
- Κατά τη μέτρηση εμφανίστηκε παρεμβολή από γειτονικές ηλεκτρονικές συσκευές.