παραδάκι

ουσιαστικό

1. Μικρό ή σχετικά ασήμαντο χρηματικό ποσό, συνήθως σε μετρητά, προοριζόμενο για καθημερινές ή στιγμιαίες δαπάνες.

2. Χρήματα άμεσα διαθέσιμα σε κάποιον για άμεσες πληρωμές ή εξόφληση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν έχω ούτε ένα παραδάκι στην τσέπη.
  • Μάζεψε λίγο παραδάκι για τα έξοδα του ταξιδιού.
  • Του έδωσε ένα μικρό παραδάκι για να τον ευχαριστήσει.
  • Τους ζήτησαν παραδάκι για να προχωρήσει η δουλειά.
  • Τα παιδιά πήραν παραδάκι για το σχολικό περίπτερο.