παρίσταμαι
ρήμα1. Βρίσκομαι παρών σε συγκεκριμένο χώρο, συνεδρία ή γεγονός, συμμετέχοντας ή παρακολουθώντας.
2. Αναλαμβάνω τον ρόλο του εκπροσώπου ή του υπερασπιστή κάποιου σε επίσημη ή διαδικαστική κατάσταση, ενεργώντας εκ μέρους του.
Συνώνυμα
παρευρίσκομαι παραστώ προσέρχομαι παριστάνομαι είμαι παρουσιάζομαι εμφανίζομαι βρίσκομαι παρακολουθώ συμμετέχω φτάνω καταφθάνω εισέρχομαι μπαίνω πατάω σκάω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο συνέδριο παρίσταμαι κάθε χρόνο.
- Ως δικηγόρος, παρίσταμαι στο δικαστήριο για τους πελάτες μου.
- Στη φωτογραφία παρίσταμαι δίπλα στη γιαγιά μου.
- Στη συνάντηση παρίσταμαι ως εκπρόσωπος του συλλόγου.
- Στην ανάκριση παρίσταμαι ως μάρτυρας.