πανικόβλητος
επίθετο1. Που έχει κυριευτεί από έντονο πανικό, εμφανίζει ανεξέλεγκτο φόβο και έντονη ανησυχία.
2. Που αντιδρά βιαστικά και χωρίς ψυχραιμία, λαμβάνοντας βεβιασμένες ή ανορθόδοξες αποφάσεις εξαιτίας της αναστάτωσης.
Συνώνυμα
αλαφιασμένος κατατρομαγμένος πελαγωμένος τρομοκρατημένος φοβισμένος υστερικός θορυβημένος αναστατωμένος ταραγμένος αγχωμένος σαστισμένος αποσβολωμένος κλονισμένος αποπροσανατολισμένος απελπισμένος παγωμένος αγωνιώδης αγχώδης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο οδηγός ήταν πανικόβλητος όταν είδε το φλεγόμενο αυτοκίνητο.
- Η μαθήτρια έμεινε πανικόβλητη όταν ξέχασε το κείμενό της στην εξέταση.
- Οι ταξιδιώτες ήταν πανικόβλητοι όταν ακυρώθηκαν ξαφνικά όλες οι πτήσεις.
- Το πλήθος στο γήπεδο έγινε πανικόβλητο μόλις ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος.
- Η ανακοίνωση προκάλεσε μια πανικόβλητη αντίδραση στην κοινότητα.
- Ήμουν πανικόβλητος και δεν μπορούσα να πάρω καμία απόφαση.