παλαιός
επίθετο1. Που υπάρχει ή έχει υπάρξει για μεγάλο χρονικό διάστημα.
2. Που ανήκει σε προγενέστερη χρονική περίοδο ή σχετίζεται με προηγούμενη κατάσταση.
3. Που εμφανίζει σημάδια γήρανσης ή φθοράς λόγω του χρόνου ή της χρήσης.
Συνώνυμα
παλιός πρώην προηγούμενος παλιά παλαιωμένος παλαιότερος γερασμένος ηλικιωμένος αντικέ παμπάλαιος αρχαϊκός βετεράνος αρχαίος παλιομοδίτικος ξεπερασμένος φθαρμένος σαραβαλιασμένος σκουριασμένος ερειπωμένος παρηκμασμένος γηραιός παραδοσιακός προγενέστερος πρεσβύτερος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι ένας παλαιός μου φίλος από το σχολείο.
- Ο παλαιός πρόεδρος μίλησε στη συνέλευση.
- Το παλαιό σπίτι χρειάζεται επισκευές.
- Στις παλαιές εποχές οι άνθρωποι ταξίδευαν με άμαξες.
- Ο παλαιός ιδιοκτήτης πούλησε το μαγαζί πριν από μια δεκαετία.