παιχνιδιάρης
επίθετο1. Που επιδεικνύει διάθεση για παιχνίδι, έχει την τάση να παίζει, να πειράζει ή να εμπλέκεται σε αστείες, ανάλαφρες ενέργειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παιχνιδιάρης γιος μας δεν σταματάει να τρέχει στον κήπο.
- Ο παιχνιδιάρης συνάδελφος τη φλέρταρε με διακριτικό τρόπο.
- Η παιχνιδιάρα γάτα κρύβει τα παιχνίδια της κάτω από το χαλί.
- Οι παιχνιδιάρηδες μαθητές γελούσαν και έκαναν φασαρία στην τάξη.
- Ο λόγος του είχε έναν παιχνιδιάρη τόνο που έσπαγε την ένταση.