πάντοτε

επίρρημα

1. Σε όλη τη διάρκεια του χρόνου ή σε κάθε χρονική στιγμή, χωρίς διακοπή.

2. Με μόνιμο ή επαναλαμβανόμενο τρόπο, όταν κάτι συμβαίνει κάθε φορά ή αποτελεί σταθερό γνώρισμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης πάντοτε φτάνει νωρίς στη δουλειά.
  • Το σπίτι τους πάντοτε ήταν ανοιχτό σε φίλους.
  • Μπορείς να βασιστείς πάνω μου — πάντοτε θα είμαι εδώ.
  • Η αγάπη της για τη μουσική ήταν πάντοτε αμετάβλητη.
  • Παρά τις αλλαγές, οι αρχές της εταιρείας παρέμειναν πάντοτε σταθερές.