οπισθοχώρηση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της μετακίνησης προς τα πίσω από μια προηγούμενη θέση ή σημείο, ιδίως για άτομα, ομάδες ή δυνάμεις σε στρατιωτικό ή πρακτικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
προέλαση προώθηση προχώρηση εκστρατεία πρόοδος επίθεση ανάκαμψη προχώρημα άνοδος καμπάνια ανέλιξη παλικαριά προτεραιότητα αποστολή προβάδισμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κατά τη μάχη οι στρατιώτες πραγματοποίησαν οπισθοχώρηση για να ανασυνταχθούν.
- Ο υπουργός έκανε οπισθοχώρηση από τη θέση που είχε υποστηρίξει μετά την κριτική.
- Η οπισθοχώρηση της αγοράς προκάλεσε ανησυχία στους επενδυτές.
- Η οπισθοχώρηση των παγετώνων αποτελεί σαφή ένδειξη της κλιματικής αλλαγής.
- Η ξαφνική οπισθοχώρηση του φίλου της δημιούργησε αμηχανία στην παρέα.