ομοσπονδία
ουσιαστικό1. Πολιτικός σχηματισμός στον οποίο διατηρούν οι υποκείμενες κρατικές ή διοικητικές μονάδες ορισμένο βαθμό αυτονομίας, ενώ λειτουργεί κοινή κεντρική κυβέρνηση και ενιαίο συνταγματικό ή νομικό πλαίσιο για θέματα κοινού ενδιαφέροντος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ομοσπονδία αποτελείται από δεκαπέντε αυτόνομες πολιτείες.
- Η ομοσπονδία διοργάνωσε το φετινό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου.
- Η ομοσπονδία των εργατικών σωματείων κήρυξε 24ωρη απεργία.
- Η ομοσπονδία ενώνει πολλές τοπικές ενώσεις για κοινές δράσεις και εκπροσώπηση.
- Στην αρχαιότητα σπάνια συναντούσαμε ομοσπονδία κρατών με κοινό στρατό και νόμους.