ομιλητικός
άλλοΠου μιλά εύκολα, πολύ και συχνά, ιδιαίτερα σε κοινωνικές συναναστροφές.
Συνώνυμα
συνομιλητικός πολυλογικός φλύαρος λαλίστατος πολυλογάς κουβεντιάρης λαλιάρης εξωστρεφής επικοινωνιακός ανοιχτός κοινωνικός
Αντώνυμα
σιωπηλός αμίλητος ολιγόλογος λακωνικός άφωνος μουγγός μυστικοπαθής εσωστρεφής συγκρατημένος ντροπαλός μουγκός άλαλος διστακτικός άναυδος αφοπλισμένος μαζεμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι ομιλητικός και κάνει εύκολα φίλους.
- Η Μαρία έγινε πιο ομιλητική μετά το μάθημα.
- Το κλίμα της συζήτησης ήταν ομιλητικό και χαλαρό.
- Οι συμμαθητές του ήταν πολύ ομιλητικοί κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.
- Οι γειτόνισσες γίνονται πάντα ομιλητικές όταν συναντιούνται στο πάρκο.