οδός

ουσιαστικό

1. Κατασκευή ή επιφάνεια προοριζόμενη για τη διέλευση πεζών, οχημάτων ή άλλων μέσων μεταφοράς, συνήθως μέσα σε οικιστικούς ή υπαίθριους χώρους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οδός Ερμού είναι γεμάτη κόσμο.
  • Το γραφείο μας βρίσκεται στην οδό Ελευθερίας 12.
  • Η οδός προς το χωριό ήταν στενή και σκιερή.
  • Η οδός προς τη συμφιλίωση περνά από ειλικρινή συζήτηση.
  • Στην έκθεση καταγράφεται η κατάσταση της οδού μετά την κατολίσθηση.