αρτηρία
ουσιαστικό1. Αγγείο του αιμοφόρου συστήματος που μεταφέρει το αίμα από την καρδιά προς τα όργανα και τους ιστούς, με παχιά, ελαστική και μυϊκή τοιχώματα που αντέχουν υψηλή πίεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αρτηρία μεταφέρει οξυγονωμένο αίμα από την καρδιά προς τα όργανα.
- Η λεωφόρος Ελευθερίας είναι η κύρια αρτηρία της πόλης για την κυκλοφορία οχημάτων.
- Οι αρτηρίες του οδικού δικτύου συνδέουν το λιμάνι με το υπόλοιπο κράτος.
- Η νέα σιδηροδρομική γραμμή έγινε αρτηρία για την τοπική οικονομία.
- Σε περίπτωση βλάβης της αρτηρίας, ο ασθενής κινδυνεύει από σοβαρή αιμορραγία.