ξύπνιος
επίθετο1. Που δεν κοιμάται ή έχει ανακτήσει τις αισθήσεις του, βρίσκεται σε κατάσταση εγρήγορσης.
2. Που αντιλαμβάνεται γρήγορα και ενεργεί με ευστροφία και καλή κρίση σε πρακτικές ή διανοητικές καταστάσεις.
Συνώνυμα
ξυπνητός ξυπνός ξυπνόφρων έξυπνος ευφυής οξυδερκής ευστροφός κοφτερός δαιμόνιος ψαγμένος πανέξυπνος κοφτερόμυαλος σβέλτος γρήγορος παρατηρητικός πνευματώδης εφευρετικός επινοητικός επιτήδειος πονηρός πανούργος φρόνιμος σοφός συνειδητός μυαλωμένος
Αντώνυμα
κοιμισμένος υπνηλός νυσταγμένος ανόητος χαζός βλάκας υπνώδης αναίσθητος ληθαργικός αφελής αμαθής αδαής απρόσεκτος άσχετος θολωμένος μουδιασμένος αργός νωθρός αργόστροφος λιώμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος είναι πολύ ξύπνιος και λύνει δύσκολα προβλήματα γρήγορα.
- Μείνε ξύπνιος μέχρι να γυρίσω, υπάρχει δουλειά να τελειώσεις.
- Ο πωλητής ήταν ξύπνιος και κατάφερε να πείσει πολλούς πελάτες.
- Ο ξύπνιος της παρέας πρότεινε μια έξυπνη λύση στο πρόβλημα.
- Ήταν ένας ξύπνιος ελιγμός που απέτρεψε την καθυστέρηση.