ξεχωριστά
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν εντάσσει στοιχεία σε ένα ενιαίο σύνολο αλλά τα διατηρεί απομονωμένα ή ανεξάρτητα μεταξύ τους.
2. Μεμονωμένα το καθένα, με δική του αντιμετώπιση, καταγραφή ή εκτέλεση, χωρίς συνδυασμό.
Συνώνυμα
χωριστά ατομικά ατομικώς μεμονωμένα ανεξάρτητα διακριτά διακεκριμένα ιδιαιτέρως αποκλειστικά διαφορετικά ετέρως απομονωμένα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα πιάτα έχουν σερβιριστεί ξεχωριστά.
- Θα πληρώσουμε ξεχωριστά τον λογαριασμό.
- Ας εξετάσουμε τα ζητήματα ξεχωριστά.
- Τα χημικά διαλύματα πρέπει να φυλάσσονται ξεχωριστά.
- Οι μαθητές εξέφρασαν τις απόψεις τους ξεχωριστά.