ξεφουσκώνω
ρήμα1. Αφαιρώ αέρα ή αέριο από αντικείμενα που είναι γεμάτα αέρα (π.χ. ελαστικά, μπαλόνια), με αποτέλεσμα να μειώνεται ο όγκος ή να χάνουν το σχήμα τους.
Συνώνυμα
αποφουσκώνω αδειάζω εκκενώνω αποθαρρύνω σκάω σκάνω χαλάω συρρικνώνω κατεβάζω μικραίνω ανακουφίζομαι μειώνομαι μειώνω εξασθενώ ξεμπλοκάρομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το λάστιχο του ποδηλάτου ξεφουσκώνει μέσα σε λίγα λεπτά.
- Προσεκτικά ξεφουσκώνω το μπαλόνι για να το φυλάξω.
- Μην ξεχάσεις να ξεφουσκώσεις την μπάλα μετά το παιχνίδι.
- Μόλις άρχισε να βρέχει, η διάθεση της βραδιάς ξεφουσκώνει.
- Αφού έμαθε πως δεν θα κέρδιζε, ο ενθουσιασμός του ξεφουσκώνει γρήγορα.