ξετρυπώνω
ρήμα1. Βγάζω από τη γη ή από κρυψώνα κάτι που ήταν θαμμένο ή καλά κρυμμένο, συνήθως με σκάψιμο ή επιμονή.
2. Εξαναγκάζω ή αναγκάζω κάποιον να βγει από κρυψώνα ή να εκτεθεί, φέρνοντάς τον στο φως.
Συνώνυμα
ξεθάβω ανασκαλεύω εντοπίζω ανακαλύπτω βρίσκω εξευρίσκω αποκαλύπτω ξεσκεπάζω ανιχνεύω ξεπροβάλλω ψάχνω σκαλίζω ξεψαχνίζω ψαρεύω εκμαιεύω αναζητώ διαπιστώνω ξεπετάγομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κυνηγός ξετρυπώνει το λαγό από τη φωλιά.
- Οι αστυνομικοί κατάφεραν να ξετρυπώσουν τον ύποπτο από το κρησφύγετό του.
- Οι αρχαιολόγοι ξετρυπώνουν ένα αγγείο από τα στρώματα της γης.
- Ο δημοσιογράφος ξετρυπώνει παλιές πληροφορίες στα αρχεία της εφημερίδας.
- Κάθε φορά που κοιτάζω παλιές φωτογραφίες, ξετρυπώνω αναμνήσεις που νόμιζα πως είχα ξεχάσει.