ξεσηκώνω
ρήμα1. Προκαλώ ή διεγείρω ανθρώπους να αντιδράσουν συλλογικά, να εξεγερθούν, να διαδηλώσουν ή να κινητοποιηθούν.
2. Ξυπνάω ή αναγκάζω κάποιον να σηκωθεί από το κρεβάτι ή από τη θέση του.
3. Προκαλώ έντονη συγκίνηση, ενθουσιασμό ή πάθος σε άτομα ή σε ομάδα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δημαγωγός ξεσήκωσε το πλήθος με τον λόγο του.
- Το τραγούδι ξεσήκωσε το κοινό και όλοι άρχισαν να χορεύουν.
- Η δυνατή μουσική με ξεσήκωσε από τον ύπνο.
- Οι νέες φορολογικές πολιτικές ξεσήκωσαν τους κατοίκους της πόλης.
- Μην τον ξεσηκώνεις, θα τα χάσει.