νωθρός
επίθετο1. Που παρουσιάζει γενικά μειωμένη δραστικότητα ή ζωτικότητα, εκδηλώνοντας μικρή προθυμία για κόπο ή έντονη προσπάθεια.
2. Που λειτουργεί ή ανταποκρίνεται με βραδύ ρυθμό και περιορισμένη κινητικότητα ή ταχύτητα στην απόκριση.
Συνώνυμα
νωχελικός ληθαργικός υποτονικός αδρανής αργός αργοκίνητος ανενεργός αναβλητικός αργοσυρτός τεμπέλης χαλαρός απρόθυμος αναιμικός μουδιασμένος βαριεστημένος αδύναμος βαρετός αναίσθητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νωθρός μαθητής άργησε να απαντήσει στην ερώτηση.
- Η νωθρή κίνηση στην αγορά δείχνει ότι οι καταναλωτές διστάζουν να ξοδέψουν.
- Το απόγευμα ήταν νωθρό, χωρίς πολλή δραστηριότητα στο πάρκο.
- Οι νωθροί εργάτες χρειάστηκαν περισσότερο χρόνο για να ολοκληρώσουν το έργο.
- Μετά τον πυρετό ένιωθε νωθρός και χωρίς διάθεση για δουλειά.