νεανίας
ουσιαστικό1. Άτομο νεαρής ηλικίας του ανδρικού φύλου, συνήθως έφηβος ή νέος ενήλικας.
2. Λογοτεχνική ή αρχαΐζουσα χρήση για νεαρό άνδρα ή για τη νεότητα γενικότερα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νεανίας διάβασε το γράμμα και σκεφτόταν το μέλλον του.
- Στην παράσταση, ο νεανίας συμβόλιζε την ελπίδα και την ανανέωση.
- Το μυθιστόρημα «Ο νεανίας της πόλης» έγινε γρήγορα μπεστ-σέλερ.
- Μέσα στο πλήθος ξεχώριζε ο νεανίας με το κόκκινο μπουφάν.
- «Ω νεανίας, άκου τη φωνή της εμπειρίας», είπε σοβαρά ο δάσκαλος.