μόλυνση
ουσιαστικό1. Παρουσία ή εισαγωγή επιβλαβών ή ανεπιθύμητων ουσιών, ρυπαντών ή μικροοργανισμών σε περιβάλλον, υλικό ή μέσο, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση της ποιότητας, της ασφάλειας ή της λειτουργικότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
καθαριότητα καθαρότητα ασηψία εμβόλιο λουτρό καθαρισμός αποστείρωση απολύμανση καθάρισμα αγνότητα υγεία θεραπεία υγειά φίλτρο εκκαθάριση ίαση
Παραδείγματα χρήσης
- Η μόλυνση του αέρα στην πόλη προκαλεί αναπνευστικά προβλήματα.
- Η μόλυνση του ποταμού από πλαστικά απειλεί τα ψάρια και τα πουλιά.
- Υπήρξε μόλυνση στο τραύμα παρά την αντιβιοτική αγωγή.
- Η μόλυνση των τροφίμων οφείλεται συχνά σε κακή υγιεινή κατά την επεξεργασία.
- Η μόλυνση από πετρελαιοειδή μόλυνε τις ακτές και επηρέασε τον τουρισμό.
- Η μόλυνση των αντιδράσεων στο εργαστήριο οδήγησε σε λανθασμένα αποτελέσματα.