εμβόλιο

ουσιαστικό

1. Βιολογικό ή βιοϊατρικό παρασκεύασμα που χορηγείται σε οργανισμό για να προκαλέσει ειδική ανοσολογική απόκριση και να παρέχει προστασία ή μείωση της σοβαρότητας νόσησης έναντι συγκεκριμένου παθογόνου μικροοργανισμού ή τοξίνης.

Συνώνυμα

μπόλι σκεύασμα παρασκεύασμα αντιορός αντιτοξίνη φάρμακο προφυλακτικό βιολογικό αντιγριπικό αντιτετανικό αντιδιφθεριτικό αντιπολιομυελιτικό αντιηπατιτικό αντιιικό συνθετικό

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το εμβόλιο προστατεύει από σοβαρές ασθένειες.
  • Πρέπει να κάνεις το εμβόλιο πριν ταξιδέψεις σε ορισμένες χώρες.
  • Ο γιατρός συνέστησε το εμβόλιο ως ενισχυτική δόση για καλύτερη προστασία.
  • Το εμβόλιο χορηγήθηκε στο βραχίονα του παιδιού χωρίς επιπλοκές.
  • Η εκπαίδευση μπορεί να λειτουργήσει σαν εμβόλιο ενάντια στη προκατάληψη.