μόλυνμα
ουσιαστικό1. Ξένη ή επιβλαβής ουσία, μικροοργανισμός ή παράγοντας που εισέρχεται σε περιβάλλον, ύλη ή οργανισμό και αλλοιώνει την καθαρότητα, την ποιότητα ή την ασφαλή λειτουργία του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μόλυνμα που ανιχνεύθηκε στο ποτάμι προήλθε από την κοντινή βιομηχανία.
- Το τραύμα είχε μόλυνμα, γι' αυτό ο γιατρός συνταγογράφησε αντιβιοτικά.
- Ανακλήθηκε το τυρί επειδή βρέθηκε μόλυνμα στη συσκευασία.
- Υπήρχε μόλυνμα στην επιφάνεια των πάγκων του εργαστηρίου, οπότε χρειάστηκε απολύμανση.
- Μερικοί χαρακτήρισαν το περιεχόμενο του βιβλίου μόλυνμα για τα ήθη της εποχής.