μυστήριο
ουσιαστικό1. Ανεξήγητο ή δύσκολα κατανοητό φαινόμενο, κατάσταση ή πρόβλημα που προκαλεί απορία, αβεβαιότητα ή αγωνία.
2. Κρυφό ή απόρρητο ζήτημα ή πληροφορία που δεν γίνεται ευρέως γνωστή ή προσβάσιμη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το μυστήριο της εξαφάνισης παραμένει ανεξιχνίαστο.
- Την Κυριακή διάβασα ένα συναρπαστικό μυστήριο.
- Το βάπτισμα είναι ένα ιερό μυστήριο στην εκκλησία.
- Μου φαίνεται μυστήριο πώς τα κατάφερε χωρίς βοήθεια.
- Το μυστήριο λύθηκε μετά την ανάλυση των στοιχείων.