μπαξίσι
ουσιαστικό1. Μικρό χρηματικό ποσό που δίδεται ως φιλοδώρημα σε άτομο που παρέχει υπηρεσία, ως ένδειξη ευχαριστίας ή εκτίμησης.
2. Παροχή χρημάτων ή άλλου ωφελήματος, συχνά άτυπη ή μη θεσμική, για να εξασφαλιστεί εύνοια, ευχέρεια ή ταχύτερη εξυπηρέτηση.
Συνώνυμα
φιλοδώρημα μίζα φακελάκι λάδωμα δώρο ρουσφέτι ανταμοιβή επίδομα χαρτζιλίκι δωρεά πληρωμή μπόνους επιχορήγηση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άφησα στον σερβιτόρο λίγο μπαξίσι για την καλή εξυπηρέτηση.
- Ο επιχειρηματίας έδωσε μπαξίσι στον υπάλληλο για να γίνουν τα χαρτιά πιο γρήγορα.
- Έφερα από το ταξίδι ένα μικρό μπαξίσι για τα παιδιά.
- Οι πελάτες συνήθως αφήνουν μπαξίσι στο κομμωτήριο όταν μείνουν ευχαριστημένοι.
- Ο οδηγός ζήτησε μπαξίσι παρά το ότι το εισιτήριο είχε ήδη πληρωθεί.