μούγκα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση απουσίας λόγου ή ήχου από άτομο ή ομάδα, όπου δεν εκφέρεται καμία λεκτική ανταπόκριση.

2. Σκόπιμη ή επιδεικτική άρνηση παροχής απάντησης ή πληροφοριών, με σκοπό την αποφυγή συζήτησης ή έκφρασης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο τέλος της παράστασης επικράτησε μούγκα.
  • Μας ρώτησαν για το σκάνδαλο, αλλά απάντησαν με μούγκα.
  • Όταν τον ρώτησα, έκανε μούγκα και έφυγε.
  • Στη συνέντευξη τύπου υπήρξε μούγκα στο περίπτερο.
  • Ο μάρτυρας κράτησε μούγκα στο δικαστήριο.