μονότονος
επίθετο1. Που έχει σταθερό, αμετάβλητο τόνο ή χροιά στην ομιλία, στο τραγούδι ή στον ήχο γενικά, χωρίς μεταπτώσεις στην ένταση ή στην έκφραση.
Συνώνυμα
μονοτονικός άτονος βαρετός ανιαρός επαναλαμβανόμενος ξενέρωτος ξύλινος ομοιόμορφος στερεότυπος μονοδιάστατος αμετάβλητος αδιάφορος προβλέψιμος καθημερινός
Αντώνυμα
ποικίλος ζωντανός ενδιαφέρον αναζωογονητικός πολυδιάστατος πολυμορφικός πολυφωνικός μεταβαλλόμενος διασκεδαστικός συναρπαστικός ενθουσιώδης πολύχρωμος μαγευτικός ενδιαφέρων επινοητικός πρωτοποριακός
Παραδείγματα χρήσης
- Η εργασία στο γραφείο ήταν μονότονη και κουραστική.
- Ο ομιλητής μιλούσε με μονότονη φωνή και το ακροατήριο έχανε το ενδιαφέρον του.
- Το χρώμα του τοίχου είναι μονότονο και δεν δίνει ζωντάνια στον χώρο.
- Η συνάρτηση f είναι μονότονη στο διάστημα [0,1].
- Οι μονότονοι ήχοι της μηχανής προκάλεσαν νευρικότητα στους εργαζόμενους.