μετανιώνω
ρήμα1. Νιώθω έντονη λύπη για πράξη, επιλογή ή παράλειψη που θεωρώ λανθασμένη και επιθυμώ να είχε εξελιχθεί διαφορετικά ή να μην την είχα πράξει.
Συνώνυμα
μετανοώ μεταμελούμαι μεταμέλομαι λυπάμαι απολογούμαι λυπούμαι στενοχωριέμαι θλίβομαι ντρέπομαι οδύρομαι καταριέμαι αναθεωρώ
Αντώνυμα
χαίρομαι χαίρω ικανοποιούμαι απολαμβάνω πανηγυρίζω επικροτώ ευφραίνομαι περηφανεύομαι ευχαριστιέμαι επαινώ
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν μετανιώνω που πήρα αυτό το ρίσκο.
- Συχνά μετανιώνω που δεν διάβασα περισσότερο πριν τις εξετάσεις.
- Κάθε φορά που τη βλέπω μετανιώνω που την πλήγωσα.
- Ακόμα και τώρα μετανιώνω την απόφασή μου να φύγω τόσο βιαστικά.
- Παρά τα αποτελέσματα, μετανιώνω για τις θυσίες που χρειάστηκε να κάνω.