μετέπειτα

επίρρημα

1. Σε χρόνο που ακολουθεί το αναφερόμενο ή προηγούμενο γεγονός.

2. Χρησιμοποιείται για να παραπέμπει σε γεγονός ή εξέλιξη που θα παρουσιαστεί ή θα λάβει χώρα σε επόμενο σημείο λόγου, αφήγησης ή χρονικής σειράς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μετέπειτα, συνέχισε τη μελέτη του μέχρι τα μεσάνυχτα.
  • Ο μετέπειτα πρόεδρος μίλησε για τις αποφάσεις που είχε λάβει ως υπουργός.
  • Οι μετέπειτα αποφάσεις ήταν πιο αυστηρές από τις αρχικές.
  • Στη μελέτη έγιναν μετέπειτα διορθώσεις στα δεδομένα.
  • Φάγαμε και, μετέπειτα, πήγαμε στο σινεμά.