μεθοδικός
επίθετο1. Που ενεργεί ή εργάζεται σύμφωνα με οργανωμένο σχέδιο και προκαθορισμένη σειρά βημάτων, με προσοχή στην τάξη και την ακρίβεια.
Συνώνυμα
συστηματικός οργανωμένος συστηματοποιημένος σχολαστικός επιμελής τακτικός οργανωτικός μελετημένος αναλυτικός εργατικός προσεκτικός λεπτομερής ακριβής ευσυνείδητος μετρημένος συνεπής ισορροπημένος προμελετημένος συλλογιστικός προνοητικός
Αντώνυμα
ανοργάνωτος ασυστηματικός ακατάστατος ατακτικός αμελής πρόχειρος χαοτικός απρόσεκτος επιπόλαιος βιαστικός ασυνάρτητος ασυνεπής τεμπέλης απρογραμμάτιστος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μεθοδικός καθηγητής σχεδιάζει κάθε μάθημα λεπτομερώς.
- Η μεθοδική φοιτήτρια οργανώνει το χρόνο της για να προετοιμαστεί σωστά.
- Η ομάδα εφάρμοσε ένα μεθοδικό πλάνο για την έρευνα της αγοράς.
- Οι μεθοδικοί τεχνικοί έλεγξαν συστηματικά κάθε συσκευή.
- Για να πετύχει κάποιος στον διαγωνισμό χρειάζεται να είναι μεθοδικός.