μαϊμού
ουσιαστικό1. Θηλαστικό της τάξης των πρωτευόντων, συνήθως με ευκίνητο σώμα, μακριά άκρα και συχνά ουρά, που ζει κυρίως σε δασικές περιοχές και τρέφεται με φυτικά και ζωικά στοιχεία.
Συνώνυμα
πίθηκος απομίμηση απομίμημα αντίγραφο πλαστό ψεύτικο ψεύτικος απατεώνας παραποιημένος πλαστός ψευδής αλλοιωμένος επινοημένος φτιαχτός πιθηκάκι παραχαραγμένο παραποιημένο πλαστογράφημα απάτη μιμητής απομιμητής κακέκτυπο δήθεν πειραγμένος πλασματικά προσποιητός χιμπαντζής γορίλας ουρακοτάγκος μακάκος παπαγάλος ψεύτης εικονικός αναληθής απατεωνιά συνθετικό κίβδηλος
Αντώνυμα
γνήσιο αυθεντικό πραγματικό αληθινό πρωτότυπο αληθινός αυθεντικός νόμιμος έγκυρο αξιόπιστος έντιμος άνθρωπος
Παραδείγματα χρήσης
- Η μαϊμού πηδούσε από κλαδί σε κλαδί.
- Ο ηθοποιός έκανε τη μαϊμού για να διασκεδάσει τα παιδιά.
- Αγόρασα μια μαϊμού τσάντα στην αγορά και έσπασε αμέσως.
- Το δίπλωμα αποδείχτηκε μαϊμού και του κατάσχεσαν τα έγγραφα.
- Μην πέφτεις στις μαϊμού προσφορές στο διαδίκτυο.