πραγματικό

επίθετο

1. Που έχει ύπαρξη ή υπόσταση στην αντικειμενική πραγματικότητα και μπορεί να γίνει αντιληπτό ή να καταγραφεί μέσω αισθητηριακών ή εμπειρικών δεδομένων.

Συνώνυμα

αληθινό αυθεντικό γνήσιο υπαρκτό ατόφιο χειροπιαστό ρεαλιστικό ουσιαστικό δεδομένο

Αντώνυμα

ψεύτικο πλαστό φτιαχτό σικέ εικονικό πλασματικό ανύπαρκτο φανταστικό μαϊμού απομίμηση μινιατούρα απατηλό ομοίωμα συνθετικό θεωρητικό υποθετικό

Παραδείγματα χρήσης

  • Αυτό το πραγματικό ρολόι έχει καλύτερη ποιότητα από τα αντίγραφα.
  • Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει χρόνος για δοκιμές.
  • Η εφαρμογή ενημερώνεται σε πραγματικό χρόνο.
  • Τον θεωρώ έναν πραγματικό φίλο που πάντα με στηρίζει.
  • Το πραγματικό είναι συχνά πιο απλό από τη φαντασία.