μαρτυρία
ουσιαστικό1. Προφορική ή γραπτή περιγραφή γεγονότων από πρόσωπο που τα έχει παρακολουθήσει ή γνωρίζει.
2. Πληροφορία ή στοιχείο που προσκομίζεται σε δικαστική ή διοικητική διαδικασία για τη στήριξη ή την αμφισβήτηση ισχυρισμών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μαρτυρία του ήταν καθοριστική στο δικαστήριο.
- Η υπογεγραμμένη επιστολή είναι μαρτυρία της συμφωνίας.
- Η μαρτυρία της για το θαύμα συγκίνησε την κοινότητα.
- Η φωτογραφία αποτελεί μαρτυρία της στιγμής που συνέβη το ατύχημα.
- Κάθε μαρτυρία που συγκεντρώθηκε θα εξεταστεί από τις αρχές.