μαθητευόμενος
ουσιαστικό1. Άτομο που μαθαίνει μια τέχνη, ένα επάγγελμα ή μια πρακτική δεξιότητα υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση έμπειρου δασκάλου ή επαγγελματία, συμμετέχοντας πρακτικά και θεωρητικά στη δουλειά.
Συνώνυμα
μαθητευτής εκπαιδευόμενος ασκούμενος δόκιμος σπουδαστής μαθητής διδασκόμενος αρχάριος πρωτάρης νιούμπι τζούνιορ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μαθητευόμενος δούλευε δίπλα στον τεχνίτη για έξι μήνες.
- Η μαθητευόμενη έμαθε να ράβει στο εργαστήριο της μοδίστρας.
- Οι μαθητευόμενοι παρακολούθησαν το σεμινάριο με προσοχή.
- Τον θεωρούσαν μαθητευόμενο του αρχηγού της συμμορίας.
- Στο τέλος της πρακτικής, κάθε μαθητευόμενος θα παρουσιάσει το πρότζεκτ του.