μέρισμα

ουσιαστικό

1. Μέρος ή ποσοστό ενός συνόλου που αντιστοιχεί σε έναν δικαιούχο μετά από κατανομή ή διαίρεση, το μερίδιο που του αναλογεί.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι θα πληρώσει μέρισμα στους μετόχους τον επόμενο μήνα.
  • Κάθε παιδί πήρε το μέρισμα που του αναλογούσε από την κληρονομιά.
  • Μετά από χρόνια εργασίας, πήρε το μέρισμα του κόπου του.
  • Η διοίκηση διένειμε υψηλά μερίσματα στους μετόχους φέτος.
  • Το μέρισμα που έλαβα φορολογείται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες.