λιώνομαι

ρήμα

1. Μετατρέπομαι από στερεή σε υγρή μορφή λόγω θέρμανσης, τήξης ή χημικής επίδρασης.

2. Υφίσταμαι έντονη επίδραση της θερμότητας, αισθανόμενος πως χάνω τις δυνάμεις μου ή την αντοχή μου από τη ζέστη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Από τη ζέστη λιώνομαι.
  • Για εκείνη λιώνομαι.
  • Ακούγοντας τα αστεία του, λιώνομαι στα γέλια.
  • Μετά από ώρες δουλειάς, λιώνομαι από την κούραση.
  • Με τα συγκινητικά τραγούδια, λιώνομαι.