λιώνομαι
ρήμα1. Μετατρέπομαι από στερεή σε υγρή μορφή λόγω θέρμανσης, τήξης ή χημικής επίδρασης.
2. Υφίσταμαι έντονη επίδραση της θερμότητας, αισθανόμενος πως χάνω τις δυνάμεις μου ή την αντοχή μου από τη ζέστη.
Συνώνυμα
τήκω λιώνω τρελαίνομαι συγκινούμαι μαλακώνομαι μαλακώνω ξεθεώνομαι καίγομαι γοητεύομαι χάνομαι λιγώνω σκοτώνομαι διαλύομαι εκστασιάζομαι εξοντώνομαι τσακίζομαι ιδρώνω πεθαίνω υποκύπτω παραδίνομαι λυγίζω συντρίβομαι ερωτεύομαι ενθουσιάζομαι παθιάζομαι αποσυντίθεμαι πενθώ συναρπάζομαι
Αντώνυμα
παγώνω στερεοποιούμαι κρυσταλλώνομαι σκληραίνω αδιαφορώ αντιστέκομαι αποστασιοποιούμαι αναζωογονούμαι ζωντανεύω απεχθάνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Από τη ζέστη λιώνομαι.
- Για εκείνη λιώνομαι.
- Ακούγοντας τα αστεία του, λιώνομαι στα γέλια.
- Μετά από ώρες δουλειάς, λιώνομαι από την κούραση.
- Με τα συγκινητικά τραγούδια, λιώνομαι.