λιώμα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ενός στερεού που έχει μετατραπεί σε ρευστή ή παχύρρευστη μάζα λόγω θέρμανσης, τήξης ή έντονης πίεσης, το αποτέλεσμα της διαδικασίας της τήξης.
Συνώνυμα
κατάκοπος διαλυμένος καταβεβλημένος εξουθένωση κόπωση εξάντληση καταβολή πολτοποίηση κούραση σπασμένος τελειωμένος χάλια
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ήταν λιώμα από το ποτό και δεν θυμόταν πώς γύρισε σπίτι.
- Μετά το διήμερο φροντιστήριο, ήμουν λιώμα και κοιμήθηκα αμέσως.
- Τα παπούτσια του είναι λιώμα — έχουν ανοίξει οι ραφές.
- Έλιωσα τις ντομάτες και έγιναν λιώμα για τη σάλτσα.
- Το αυτοκίνητο βγήκε λιώμα από τη σύγκρουση.