λιγουρεύομαι
ρήμα1. Εκδηλώνω έντονη επιθυμία ή όρεξη για κάτι, συνήθως για φαγητό ή άλλη αισθητή απόλαυση, συνοδευόμενη από σωματικές και ψυχολογικές εκδηλώσεις λαχτάρας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μόλις είδα τον σοκολατένιο κέικ, λιγουρεύομαι σοκολάτα.
- Όταν με κοιτάς έτσι, λιγουρεύομαι να σε φιλήσω.
- Βλέποντας το καινούργιο του σπίτι, λιγουρεύομαι ένα εξίσου μεγάλο.
- Μετά από χρόνια δουλειάς, λιγουρεύομαι λίγο ελεύθερο χρόνο και ταξίδια.
- Κάθε φορά που βλέπω επιτυχίες, λιγουρεύομαι να φτάσω το ίδιο ψηλά.