λεπτεπίλεπτος
επίθετο1. Που παρουσιάζει εξαιρετική λεπτότητα ή ευθραυστότητα στη μορφή ή στη σύσταση.
2. Που επιδεικνύει μεγάλη προσοχή και σχολαστικότητα στις λεπτομέρειες.
Συνώνυμα
λεπτός εκλεπτυσμένος φινετσάτος λεπτοψής κομψός ευαίσθητος λεπταίσθητος εύθραυστος επιμελής διακριτικό διακριτικός λιγνός λεπτομερής τρυφερός λεπτό ανεπαίσθητος λεπτοκαμωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ζωγράφος ήταν λεπτεπίλεπτος στην απόδοση των σκιών.
- Ο ωρολογοποιός είναι λεπτεπίλεπτος όταν ρυθμίζει μικρά ελατήρια και γρανάζια.
- Ο τρόπος γραφής του ποιητή είναι λεπτεπίλεπτος, γεμάτος υπονοούμενα.
- Ο κριτής ήταν λεπτεπίλεπτος στις παρατηρήσεις του, προσέχοντας κάθε λέξη.
- Ο συντηρητής του πίνακα ήταν λεπτεπίλεπτος για να αποφύγει περαιτέρω φθορές.