λήπτης
ουσιαστικό1. Άτομο ή οργανισμός που λαμβάνει προϊόντα, έγγραφα, πληρωμές ή ειδοποιήσεις από άλλους.
2. Συσκευή ή ηλεκτρονικό τμήμα που λαμβάνει σήματα, κύματα ή δεδομένα και τα μετατρέπει για επεξεργασία ή αναπαραγωγή.
Συνώνυμα
δέκτης παραλήπτης αποδέκτης δέκτρια παραλήπτρια αποδέκτρια υποδοχέας δικαιούχος ωφελούμενος πελάτης αισθητήρας χρήστης φωτογράφος
Αντώνυμα
πομπός αποστολέας δότης εκπομπός διανομέας δωρητής πάροχος πρεσβευτής χορηγός προμηθευτής παραχωρητής παραγωγός εκδότης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο λήπτης παρέλαβε το γράμμα από το ταχυδρομείο.
- Ο λήπτης του ραδιοφώνου έπιασε σταθερό σήμα.
- Ο λήπτης του μοσχεύματος ανάρρωσε γρήγορα.
- Ο λήπτης του βραβείου ανέβηκε στη σκηνή για να ευχαριστήσει.
- Ο λήπτης στην ηλεκτρονική πλατφόρμα πληρωμών δεν είχε ενημερωθεί για την κατάθεση.