δωρητής

ουσιαστικό

1. Άτομο ή οργανισμός που προσφέρει εθελοντικά χρήματα, αγαθά, υπηρεσίες ή πόρους προς υποστήριξη ατόμων, οργανώσεων, φιλανθρωπικών σκοπών ή προγραμμάτων.

Συνώνυμα

δοτής δωρήτρια χορηγός ευεργέτης ευεργέτρια χρηματοδότης χρηματοδότρια σπόνσορας συνεισφέρων παραχωρητής φιλάνθρωπος προσφέρων υποστηρικτής αιμοδότης αιμοδότρια

Αντώνυμα

λήπτης δέκτης παραλήπτης λήπτρια δέκτρια παραλήπτρια ωφελούμενος ωφελούμενη επωφελούμενος επωφελούμενη δικαιούχος λάμβανων εγωιστής

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δωρητής αίματος έδωσε δείγμα στο κέντρο αιμοδοσίας.
  • Η οικογένεια ευχαρίστησε τον δωρητή οργάνων που χάρισε ζωή σε άλλους.
  • Ένας μεγάλος δωρητής χρηματοδότησε την κατασκευή της νέας βιβλιοθήκης.
  • Ο δωρητής μυελού των οστών βρέθηκε μετά από έλεγχο συμβατότητας.
  • Το ίδρυμα δημοσίευσε την ευγνωμοσύνη του προς κάθε δωρητή που συνέβαλε στο πρόγραμμα.