κύκλωμα
ουσιαστικό1. Σύστημα ηλεκτρικών ή ηλεκτρονικών στοιχείων συνδεδεμένων έτσι ώστε να σχηματίζουν διαδρομή για τη ροή ηλεκτρικού ρεύματος και να επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κύκλωμα που σχεδίασε ο μηχανικός τροφοδοτεί το φωτιστικό.
- Η αστυνομία κατάφερε να εξαρθρώσει το κύκλωμα που διακινούσε ναρκωτικά στην πόλη.
- Το κύκλωμα παρακολούθησης στο κτίριο λειτουργεί χωρίς διακοπές.
- Το κύκλωμα στην πλακέτα υπερθερμάνθηκε και προκάλεσε βλάβη.
- Στο καλλιτεχνικό κύκλωμα της πόλης οι συνεργασίες γεννιούνται εύκολα.