κυριεύω
ρήμα1. Υποτάσσω κάποιον ή κάτι και το θέτω υπό την εξουσία ή τον έλεγχό μου.
2. Καταλαμβάνω τόπο, περιοχή ή θέση με δύναμη ή επιβολή.
3. Επηρεάζω τόσο έντονα κάποιον ή κάτι ώστε να το ελέγχω πλήρως.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι επαναστάτες κυρίευσαν το φρούριο μετά από σκληρή μάχη.
- Με το που μπήκε στην αίθουσα, την κυρίευσε έντονη ανησυχία.
- Το πλήθος κυριεύτηκε από ενθουσιασμό όταν άρχισε η συναυλία.
- Οι φόβοι του τον κυρίευαν κάθε φορά που νύχτωνε.
- Ο στρατός κατάφερε να κυριεύσει την πόλη μέσα σε λίγες ώρες.