κράτημα
ουσιαστικό1. Η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του να κρατά κανείς κάτι με τα χέρια ή να το συγκρατεί με σταθερότητα και έλεγχο.
2. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της δέσμευσης μιας θέσης, ενός εισιτηρίου ή μιας υπηρεσίας για μελλοντική χρήση.
Συνώνυμα
κράτηση συγκράτηση λαβή πιάσιμο κράμπα σπασμός παρακράτηση διατήρηση πιασμός αγκαλιά εγκράτεια κατοχή στέρεμα αναστολή διστακτικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκανα κράτημα στο εστιατόριο για απόψε.
- Κατά τη διάρκεια του αγώνα ένιωσε κράτημα στο μηρό.
- Το κράτημα της αναπνοής κράτησε πάνω από δέκα δευτερόλεπτα.
- Υπάρχει κράτημα από την εταιρεία έως ότου ολοκληρωθούν οι εργασίες.
- Το κράτημα του γέλιου της έγινε αντιληπτό από όλους.